Загрузка...

AI-разбор доступен после входа

Суть книги, пересказ, главный конфликт, ключевые идеи, вывод, кому полезна, главные темы, персонажи и цитаты можно получить после входа в BookRa.

auto_awesomeПолучить AI-разбор

О книге

Дата написания1877-12-31
Язык книгиel
Язык оригиналаru
Возрастное ограничение12+

Читать онлайн

Страница 2 из 70

– Δόλλυ, είπεν εκείνος ολολύζων, έλεος χάριν των τέκνων μας, τα παιδιά μας δεν πταίουν τίποτε. Εγώ είμαι ο ένοχος, συγχώρησέ με, ειπέ μου πώς δύναμαι να εξαγοράσω το σφάλμα μου. Είμαι ένοχος, δεν υπάρχουν λέξεις προς έκφρασιν του ύψους της ενοχής μου! Αλλά, Δόλλυ, συγχώρησόν με!

– Τα σκέπτομαι τα παιδιά μας, διότι τα πάντα θα έκαμνα διά να τα σώσω· αλλά δεν γνωρίζω πώς θα τα σώσω, αν δεν τα αποσπάσω από τον πατέρα των ή εάν τα αφήσω με ένα πατέρα κακοήθη, ναι, κακοήθη πατέρα… Ειπέτε, μεθ' όσα συνέβησαν, δυνάμεθα να ζήσωμεν ομού; είναι δυνατόν τούτο; πέτε μου είναι δυνατόν! επανέλαβεν υψώσασα την φωνήν^ αφού ο σύζυγός μου, ο πατέρας των τέκνων μου, συνεδέθη με την διδασκάλισσαν των παιδιών του.

Την ητένισεν εκείνος και η οργή, την οποίαν εξέφραζεν η μορφή της συζύγου του, τον κατέπληξε και τον ετρόμαξε.

Δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι η ευσπλαγχνία ακριβώς την οποίαν της εξεδήλου, την παρώργιζε περισσότερον. Διέβλεπεν εν αυτώ ευσπλαγχνίαν και όχι έρωτα.

– Όχι, με αποστρέφεται, δεν θα με συγχωρήση, εσκέφθη.

– Είνε τρομερόν, τρομερόν, είπεν.

Εις το γειτονικόν δωμάτιον κάποιο παιδί έπεσε και ήρχισε να κλαίη.

Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ηκροάτο, και έξαφνα, η μορφή της εξέφρασε πόνον.

Επί τινας στιγμάς εσκέφθη ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο, και τι έπρεπε να κάμη, είτα δε, ανεγερθείσα αποτόμως έτρεξε προς την θύραν.

– Αγαπά εν τούτοις το παιδί μου, εσκέφθη εκείνος, πώς θα ηδύνατο να με αποστραφή; Δόλλυ, μίαν λέξιν ακόμη! προσέθηκεν ακολουθήσας αυτήν.

– Αν με ακολουθήσετε, θα φωνάξω τους υπηρέτας, θα φωνάξω τα παιδιά, διά να μάθη όλος ο κόσμος ότι είσθε ένας άθλιος! αναχωρώ και ειμπορείτε να μείνετε εδώ μαζί με την ερωμένην σας.

Και εξήλθε κτυπώσα δυνατά τας θύρας.

Ο Ομπλόνσκυ εσπόγγισε το πρόσωπον και εξήλθε του δωματίου με βραδέα βήματα.

– Θ' αλλάξη άρα γε γνώμην, εσκέφθη και εκάλεσε τον Μάτβεϊ.

– Να ετοιμάσης δωμάτιον διά την Άνναν Καρένιν.

Ο Ομπλόνσκυ εφόρεσε την γούναν του και εξήλθεν εις το πρόστοον.

Αφού καθησύχασε το παιδίον η Δάρια Αλεξανδρόβνα, ακούσασα την άμαξαν απερχομένην, επέστρεψεν εις τα δωμάτιά της, και εκάθισεν εις την θέσιν, όπου είχε συνομιλήσει μετά του συζύγου της. Συνέσφιξε τας κατίσχνους χείρας της, τα δακτυλίδια της διολίσθησαν από τ' άσαρκα δάκτυλά της και ανεπόλησεν ολόκληρον την προηγηθείσαν συνομιλίαν.

– Έφυγε! πού θα ζήση μαζύ της; Την βλέπει ακόμη; διατί να μην ερωτήσω περί τούτου;.. Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν να συμφιλιωθώμεν και αν ακόμη ζήσωμεν υπό την αυτήν στέγην, θα είμεθα διά παντός ξένοι. Διά παντός ξένοι! ετόνισεν επαναλαμβάνουσα με ιδιαιτέραν πικρίαν την λέξιν αυτήν την τόσον τρομεράν εις τα ώτα της.

– Αχ! πόσον τον ηγάπησα Θεέ μου! πόσον τον ηγάπησα.. Και τώρα άρα γε δεν τον αγαπώ πλέον; Και τώρα άρα γε μήπως τον αγαπώ περισσότερον;

***

Παρά την ζωήν των διασκεδάσεων, την οποίαν διήγε, παρά τα μικρά του προσόντα και την νεότητά του, ο Στέφανος Αρκαδίεβιτς Ομπλόνσκυ κατείχε την τιμητικήν θέσιν τμηματάρχου έν τινι υπουργείω της Μόσχας μετά μεγάλων απολαυών. Είχε δε επιτύχει την θέσιν ταύτην διά της προστασίας του συζύγου της αδελφής του Άννης, Αλεξίου Καρένιν, όστις κατείχε μίαν των ανωτάτων θέσεων του αυτού υπουργείου. Το ήμισυ ολοκλήρου της Μόσχας και ολοκλήρου της Πέτρου πόλεως συνεδέετο διά φιλίας ή διά συγγενείας μετά του πρίγκηπος Ομπλόνσκυ. Είχε γεννηθή ούτος εις το περιβάλλον των προνομιούχων εκείνων, οίτινες υπήρξαν πάντοτε και είναι ακόμη οι ισχυροί εν τω κόσμω τούτω.

Ο Ομπλόνσκυ ηγαπάτο όχι μόνον διά τον αξιαγάπητον και φαιδρόν χαρακτήρα του και διά την ανεπίδεκτον πάσης υπονοίας εντιμότητά του, αλλ' είχε και εις την εξωτερικήν του εμφάνισιν κάτι, το οποίον διέθετε φύσει ευνοϊκώς υπέρ αυτού τους ανθρώπους.

Όταν, κατόπιν της τελευταίας του εξηγήσεως μετά της συζύγου του, ο Ομπλόνσκυ μετέβη εις τα γραφεία του υπουργείου του, οι υπάλληλοι ηγέρθησαν και τον εχαιρέτισαν μετά σεβασμού. Όπως δε πάντοτε, ο Ομπλόνσκυ προυχώρησε κατ' ευθείαν προς το κάθισμά του, έθλιψε την χείρα των άλλων συμβούλων και εκήρυξε έναρξιν του συμβουλίου.

Ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να κρατήται εντός των ορίων της ελευθερίας, της απλότητος και της επισήμου αξιοπρεπείας, όπερ απαραίτητον ίνα αι συζητήσεις αποβαίνωσιν ενδιαφέρουσαι. «Αν εγνώριζαν εν τούτοις», εσκέπτετο κύπτων την κεφαλήν καθ’ όν χρόνον ο γραμματεύς ανεγίνωσκε μίαν έκθεσιν, «τι φάτσα άτακτου παιδιού είχε ο πρόεδρός των προ μισής ώρας!»

Δεν ήτο ακόμη δύο η ώρα, στιγμή δηλαδή καθ' ήν οι σύμβουλοι λύουν την συνεδρίασιν διά να μεταβούν εις το γεύμα, οπότε αι μεγάλαι υαλωταί θύραι της αιθούσης ηνοίχθησαν και εισήλθε κάποιος, εις τον οποίον όμως ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξαν ότι έπρεπε να εξέλθη αμέσως. Ο Ομπλόνσκυ, μετά την συνεδρίασιν, εξήτασε τον υπηρέτην του γραφείου διά να μάθη το όνομα του προσώπου, το οποίον είχεν εισέλθει απρόσκλητον.

– Δεν τον γνωρίζω, εξοχώτατε.

– Πού είναι τώρα; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ.

Ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξεν άνθρωπόν τινα με ώμους ευρείς, με την γενειάδα ούλην, όστις κατήρχετο ταχέως και ελαφρώς τας σαθράς βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος.

– Ήμην βέβαιος! είναι ο Λεβίν! Επί τέλους, είπε με φιλικόν και είρον συνάμα μειδίαμα παρατηρών τον άγνωστον όστις προυχώρει προς αυτόν. Δεν εφοβήθης να έλθης να με ξετρυπώσης μέσα εις αυτό το σπήλαιον;

Και όχι μόνον έθλιψε την χείρα του φίλου του, αλλά και τον εφίλησεν.

– Ευρίσκεσαι προ πολλού εις την Μόσχαν;

– Μόλις έφθασα και έσπευσα να σε ίδω, απήντησεν ο Λεβίν παρατηρών κύκλω του μετά δισταγμού.

– Καλά, καλά. Πάμε στο γραφείο μου, είπεν ο Ομπλόνσκυ, όστις εγνώριζε την αγρίαν δειλίαν του φίλου του.

Ο Λεβίν ήτο σχεδόν της αυτής με τον Ομπλόνσκυ ηλικίας. Υπήρξε παιδιόθεν σύντροφός του και φίλος του. Ηγαπώντο δε παρά την μεγάλην μεταξύ των αντίθεσιν χαρακτήρων και κλίσεων.

– Σας επεριμέναμεν από πολλού.

Ο Λεβίν παρατηρήσας δύο συμβούλους εντός του γραφείου του φίλου του είπε συγκεχυμένος:

– Αλλά πού θα ιδωθούμε; Έχω να σου ομιλήσω.

Ο Ομπλόνσκυ εσκέφθη επί στιγμήν.

– Θα φάμε μαζύ.

– Να φάμε; αλλά μόνον δυο λόγια έχω να σου πω, μιαν ερώτησιν θα σου κάμω· κατόπιν θα τα πούμε.

– Πάει καλά! πες μου αμέσως τα δυο σου λόγια και τα λέμε κατά το φαγητόν.

– Τα δυο λόγια που έχω να σου πω.. τίποτε το έκτακτον.

Η μορφή του προσέλαβεν αίφνης έκφρασιν άσχημον, εξ αιτίας του αγώνος τον οποίον κατέβαλε διά να νικήση την δυστακτικότητά του.

– Πώς έχουν οι Τσερμπάτσκυ; Δεν υπάρχει καμμία μεταβολή! Είπε τέλος. Ο Ομπλόνσκυ, γνωρίζων από πολλού ότι ο Λεβίν ήτο ερωτευμένος με την γυναικαδέλφην του Κίττυ, εμειδίασεν αδιοράτως και τα μάτια του επεταλούδησαν από ειρωνικήν φαιδρότητα.

– Είπες «δυο λόγια», αλλ' εγώ δεν ημπορώ να σου αποκριθώ με δυο λόγια. Μεταβολή καμμία· αλλά λυπούμαι διότι απουσίασες επί τόσον.

– Διατί; Μήπως συνέβη τίποτε;

– Όχι, τίποτε, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ, θα τα ξαναπούμε.. Αλλ' εν συντόμω, ποίος είναι ο σκοπός του ταξειδίου σου;

– Θα ομιλήσωμεν περί τούτου βραδύτερον, επανέλαβεν ο Λεβίν ερυθριάσας.

Страница 2 из 70

Вам также может понравиться

Страница 1 из 402

Назад12402Далее